Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω  

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

κλοναζεπάμη, η

     [κλονάζιπαμ]    
clonazepam [Klonopin®; Syn-Clonazepam) ®]

     [klonazepa΄mi]    

Ερμηνεία:

 

Bενζοδιαζεπινικό παράγωγο, αντισπασμωδικό.  

 



Ετυμολογία:



Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση:

The effectiveness of acupuncture versus clonazepam in patients with burning mouth syndrome. Jurisic Kvesic A, Zavoreo I, Basic Kes V, Vucicevic Boras V, Ciliga D, Gabric D, Vrdoljak DV. Acupunct Med. 2015 May 18. 



Συνώνυμα:







© Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών


Άλλες λέξεις στην κατηγορία Φαρμακολογία: